Το δόγμα της AfD συναρπάζει τους Γερμανούς: πατριωτικό συμφέρον, φθηνή ενέργεια και επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία
Ο εκλογικός θρίαμβος του πατριωτικού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) στη Σαξονία – Άνχαλτ στις 6/9 δεν άλλαξε απλώς τις ισορροπίες σε ένα γερμανικό κρατίδιο.
Έδωσε νέα πολιτική βαρύτητα σε μια διαφορετική αντίληψη για την εξωτερική πολιτική της Γερμανίας: λιγότερη έμφαση στη διατήρηση της μεταψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, μεγαλύτερη έμφαση στο κόστος της ενέργειας και επανεξέταση της γερμανικής υποστήριξης προς την Ουκρανία.
Στις εκλογές της 6ης Σεπτεμβρίου 2026 η AfD αναδείχθηκε πρώτη δύναμη στη Σαξονία - Άνχαλτ, πλησιάζοντας το 44% και εξασφαλίζοντας 39 από τις 83 έδρες του τοπικού κοινοβουλίου.
Δεν απέκτησε απόλυτη πλειοψηφία, αλλά η έκταση της νίκης της έδωσε μεγαλύτερη πολιτική ορατότητα στις θέσεις που εδώ και χρόνια υποστηρίζει για τη Μόσχα, τις κυρώσεις και την ενεργειακή πολιτική.
Σχεδόν ταυτόχρονα, η BILD αποκάλυψε ότι η Arbeitskreis Außen, η ομάδα εξωτερικής πολιτικής της κοινοβουλευτικής ομάδας της AfD, είχε επεξεργαστεί δύο κείμενα αρχών για τη μελλοντική εξωτερική πολιτική του κόμματος. Στο επίκεντρο βρίσκεται η αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία και η επαναφορά της οικονομικής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής.
Πίσω από αυτή την κατεύθυνση βρίσκεται μια θέση που ο Markus Frohnmaier και άλλα κορυφαία στελέχη της AfD επαναλαμβάνουν συστηματικά: η γερμανική εξωτερική πολιτική πρέπει, κατά την άποψή τους, να καθορίζεται πρωτίστως από τα συγκεκριμένα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα της Γερμανίας.

Alice Weidel, συμπρόεδρος AfD
Η AfD μεταφέρει τη συζήτηση από τη γεωπολιτική στο κόστος
Το ισχυρότερο όπλο αυτής της επιχειρηματολογίας δεν βρίσκεται στη Μόσχα αλλά στα ίδια τα γερμανικά βιομηχανικά στοιχεία.
Η Destatis ανακοίνωσε τον Μάιο ότι η παραγωγή στους ενεργοβόρους βιομηχανικούς κλάδους της Γερμανίας μειώθηκε κατά 15,2% μεταξύ Φεβρουαρίου 2022 και Μαρτίου 2026. Στο ίδιο διάστημα οι συγκεκριμένοι κλάδοι έχασαν περίπου 53.200 εργαζομένους.
Η συνολική βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 9,5%, γεγονός που δείχνει ότι οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις αντιμετώπισαν δυσανάλογη πίεση.
Για την AfD, αυτοί οι αριθμοί αποτελούν κεντρικό επιχείρημα κατά της υφιστάμενης ενεργειακής στρατηγικής.
Στις 11 Σεπτεμβρίου η κοινοβουλευτική της ομάδα κατέθεσε πρόταση ζητώντας την άρση ενεργειακών κυρώσεων, εμπάργκο και άλλων περιορισμών σε περιπτώσεις όπου αυτοί επιβαρύνουν την ασφάλεια εφοδιασμού και την οικονομία.
Το κόμμα συνέδεσε ρητά το αίτημα με τις υψηλές τιμές ενέργειας, την πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και τις απώλειες θέσεων εργασίας.
Η λογική είναι ευθύγραμμη: εάν οι γερμανικές επιχειρήσεις πληρώνουν περισσότερο για φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια από τους βασικούς διεθνείς ανταγωνιστές τους, τότε η παραγωγή χημικών, μετάλλων, γυαλιού, λιπασμάτων και άλλων ενεργοβόρων προϊόντων καθίσταται δυσκολότερη στη Γερμανία.
Αυτό δεν αποτελεί αποκλειστικά κομματική παρατήρηση.
Η Bundesbank και το ifo Institute εξακολουθούν να καταγράφουν το υψηλό ενεργειακό κόστος ως πραγματική τροχοπέδη για τη γερμανική οικονομία.
Ταυτόχρονα, όμως, οι οικονομικές δυσκολίες δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Αδύναμη ζήτηση, διεθνής ανταγωνισμός, επιτόκια, διαρθρωτικά προβλήματα και οι νεότερες ενεργειακές αναταράξεις επιβαρύνουν επίσης τη γερμανική βιομηχανία.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η πραγματική πολιτική σύγκρουση.
Η AfD υποστηρίζει ότι η επαναφορά φθηνότερων ρωσικών ενεργειακών ροών θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της λύσης.
Η κυβέρνηση του Friedrich Merz και η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρούν αντίθετα ότι η επιστροφή σε μεγάλη εξάρτηση από τη Ρωσία θα δημιουργούσε μακροπρόθεσμο στρατηγικό κίνδυνο.

Από τα συνθήματα στις κοινοβουλευτικές κινήσεις
Η AfD δεν περιορίζει πλέον τη θέση αυτή σε προεκλογικές ομιλίες.
Στις 15 Σεπτεμβρίου κατέθεσε νέα κοινοβουλευτική ερώτηση ζητώντας από την κυβέρνηση να αποκαλύψει αναλυτικά τη στρατιωτική και άλλη υποστήριξη που παρασχέθηκε στην Ουκρανία και τη Μολδαβία από την 1η Ιανουαρίου 2022 έως τις 31 Ιουλίου 2026. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε ζητήσει στοιχεία για τις οικονομικές δεσμεύσεις προς την Ουκρανία έως το 2030.
Η αντίθεση της AfD στις γερμανικές παραδόσεις όπλων είναι επίσης επίσημα καταγεγραμμένη.
Σε κοινοβουλευτική πρόταση του κόμματος αναφερόταν ότι η οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία θα έπρεπε να σταματήσει ως μέσο πίεσης για την έναρξη διαπραγματεύσεων, με εξαίρεση την ανθρωπιστική βοήθεια.
Για τους επικριτές αυτής της πολιτικής, η διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας θα αποδυνάμωνε την Ουκρανία απέναντι στη Ρωσία και θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση του Vladimir Putin στις διαπραγματεύσεις.
Για την AfD, αντίθετα, η συνέχιση της χρηματοδότησης και των παραδόσεων όπλων παρατείνει μια σύγκρουση στην οποία η Γερμανία, κατά τη δική της θέση, θα έπρεπε να επιδιώκει ρόλο μεσολαβητή και όχι βασικού στρατιωτικού υποστηρικτή του Κιέβου.
Αυτή είναι πλέον μια πραγματική σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για το γερμανικό συμφέρον.

Το εμπόδιο των Βρυξελλών
Ακόμη και μια μελλοντική γερμανική κυβέρνηση που θα επιθυμούσε επαναφορά των μεγάλων εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου δεν θα μπορούσε απλώς να ανοίξει μια στρόφιγγα.
Στις 26 Ιανουαρίου 2026 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε οριστικά τον Κανονισμό 2026/261 για τη σταδιακή απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου.
Για τα μακροχρόνια συμβόλαια, το ρωσικό LNG απαγορεύεται από την 1η Ιανουαρίου 2027 και το αέριο μέσω αγωγών από τις 30 Σεπτεμβρίου 2027, με δυνατότητα μετάθεσης έως την 1η Νοεμβρίου υπό συγκεκριμένες συνθήκες αποθήκευσης.
Επομένως, οποιαδήποτε μόνιμη επιστροφή σε μεγάλης κλίμακας ρωσικές προμήθειες θα απαιτούσε πλέον πολιτική αλλαγή και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Αυτό καθιστά τη θέση της AfD πολύ περισσότερο από γερμανορωσικό ζήτημα.
Είναι ταυτόχρονα πρόταση αλλαγής της ενεργειακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το κόμμα διαθέτει ήδη σημαντικά κοινοβουλευτικά μέσα για να κρατά αυτή τη συζήτηση ανοικτή.
Στη Bundestag αριθμεί 150 από τους 630 βουλευτές.
Στην Επιτροπή Εξωτερικών έχει 10 από τις 42 θέσεις, έναντι 14 για CDU/CSU, οκτώ για SPD, έξι για τους Πράσινους και τέσσερις για Die Linke.
Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να καταθέτει ερωτήσεις, να απαιτεί κυβερνητικά στοιχεία, να προκαλεί κοινοβουλευτικές συζητήσεις και να χρησιμοποιεί τις επιτροπές για να διατηρεί θέματα όπως οι κυρώσεις, τον αγωγό Nord Stream, το ενεργειακό κόστος και η χρηματοδότηση της Ουκρανίας στο πολιτικό προσκήνιο.

Η επιστροφή στη Realpolitik
Στον πυρήνα της σημερινής συζήτησης βρίσκεται τελικά ένα ερώτημα πολύ μεγαλύτερο από την AfD: μπορεί η Γερμανία να επαναφέρει κάποια μορφή οικονομικού πραγματισμού στις σχέσεις με τη Ρωσία χωρίς να δημιουργήσει ξανά την ενεργειακή εξάρτηση που η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να τερματίσει;
Η προηγούμενη εποχή των γερμανορωσικών ενεργειακών σχέσεων πράγματι έδωσε στη γερμανική βιομηχανία πρόσβαση σε μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου μέσω αγωγών. Όμως η Bundesbank επισημαίνει ότι η Ρωσία είχε αρχίσει να περιορίζει τις προμήθειες προς την Ευρώπη ήδη από το 2021, πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, και θεωρεί ότι η ενέργεια χρησιμοποιήθηκε ως γεωπολιτικό μέσο πίεσης.
Γι' αυτό και η πρόταση της AfD δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με βάση την τιμή του φυσικού αερίου.
Περιλαμβάνει έναν συμβιβασμό ανάμεσα στο άμεσο οικονομικό κόστος, στην ενεργειακή ασφάλεια και στη γεωπολιτική εξάρτηση.
Η πρόσφατη νίκη στη Σαξονία – Άνχαλτ δίνει πάντως σε αυτή τη γραμμή μεγαλύτερη πολιτική ισχύ από όση είχε πριν.
Δεν σημαίνει ότι η AfD βρίσκεται αυτομάτως κοντά στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Οι επόμενες τακτικές εκλογές για τη Bundestag πρέπει να πραγματοποιηθούν μεταξύ 26 Ιανουαρίου και 25 Μαρτίου 2029, εφόσον δεν υπάρξει πρόωρη προσφυγή στις κάλπες.
Σημαίνει όμως ότι ένα θέμα που επί χρόνια αντιμετωπιζόταν ως σχεδόν κλειστό επιστρέφει στην πολιτική ατζέντα: ποιο είναι τελικά το κόστος που η Γερμανία είναι διατεθειμένη να πληρώνει για τη ρήξη με τη Ρωσία;
Η AfD απαντά ότι η εξωτερική πολιτική πρέπει να ξεκινά από την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας, την ενεργειακή ασφάλεια και τον περιορισμό των οικονομικών και στρατιωτικών δεσμεύσεων στο εξωτερικό.
Οι αντίπαλοί της απαντούν ότι η ασφάλεια της Γερμανίας απαιτεί ακριβώς το αντίθετο: αποδέσμευση από τη ρωσική ενέργεια και συνέχιση της υποστήριξης προς την Ουκρανία.
Μετά τη Σαξονία - Άνχαλτ αυτή η διαφωνία δεν βρίσκεται πλέον στο περιθώριο της γερμανικής πολιτικής.
Βρίσκεται ολοένα περισσότερο στο κέντρο της.
Η επόμενη σημαντική δοκιμασία έρχεται ήδη στις 20 Σεπτεμβρίου, με τις εκλογές σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία.
Ιδιαίτερα στη δεύτερη περίπτωση, η AfD εισέρχεται στην τελική ευθεία με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά: η τελευταία δημοσκόπηση INSA, που δημοσιεύθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου, την τοποθετεί στο 37%, έναντι 35% του SPD, ενώ η CDU βρίσκεται στο 7%.
Η Infratest dimap είχε λίγες ημέρες νωρίτερα καταγράψει την AfD ακόμη υψηλότερα, στο 38%.
Πρόκειται για αισθητή άνοδο σε σχέση με το 16,7% που είχε λάβει εκεί το 2021.
Στο Βερολίνο η εικόνα είναι διαφορετική αλλά επίσης ενδεικτική της διεύρυνσης της εκλογικής βάσης του κόμματος.
Η τελευταία έρευνα της Infratest dimap έδινε στην AfD 18%, περίπου διπλάσιο από το 9,1% των επαναληπτικών εκλογών του 2023, πίσω από Die Linke και CDU αλλά μπροστά από το SPD.
Τα αποτελέσματα της 20ής Σεπτεμβρίου θα προσφέρουν επομένως ένα ακόμη μέτρο της εκλογικής δυναμικής της AfD μετά τη Σαξονία - Άνχαλτ.
Παράλληλα, θα δείξουν σε ποιο βαθμό ζητήματα όπως το ενεργειακό κόστος, η πολιτική απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία και η δυσαρέσκεια απέναντι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση μεταφράζονται σε ψήφο σε διαφορετικές περιοχές της Γερμανίας. Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν την κατάσταση λίγες ημέρες πριν από την κάλπη και όχι βέβαια το τελικό αποτέλεσμα.
www.bankingnews.gr
Έδωσε νέα πολιτική βαρύτητα σε μια διαφορετική αντίληψη για την εξωτερική πολιτική της Γερμανίας: λιγότερη έμφαση στη διατήρηση της μεταψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, μεγαλύτερη έμφαση στο κόστος της ενέργειας και επανεξέταση της γερμανικής υποστήριξης προς την Ουκρανία.
Στις εκλογές της 6ης Σεπτεμβρίου 2026 η AfD αναδείχθηκε πρώτη δύναμη στη Σαξονία - Άνχαλτ, πλησιάζοντας το 44% και εξασφαλίζοντας 39 από τις 83 έδρες του τοπικού κοινοβουλίου.
Δεν απέκτησε απόλυτη πλειοψηφία, αλλά η έκταση της νίκης της έδωσε μεγαλύτερη πολιτική ορατότητα στις θέσεις που εδώ και χρόνια υποστηρίζει για τη Μόσχα, τις κυρώσεις και την ενεργειακή πολιτική.
Σχεδόν ταυτόχρονα, η BILD αποκάλυψε ότι η Arbeitskreis Außen, η ομάδα εξωτερικής πολιτικής της κοινοβουλευτικής ομάδας της AfD, είχε επεξεργαστεί δύο κείμενα αρχών για τη μελλοντική εξωτερική πολιτική του κόμματος. Στο επίκεντρο βρίσκεται η αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία και η επαναφορά της οικονομικής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής.
Πίσω από αυτή την κατεύθυνση βρίσκεται μια θέση που ο Markus Frohnmaier και άλλα κορυφαία στελέχη της AfD επαναλαμβάνουν συστηματικά: η γερμανική εξωτερική πολιτική πρέπει, κατά την άποψή τους, να καθορίζεται πρωτίστως από τα συγκεκριμένα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα της Γερμανίας.

Alice Weidel, συμπρόεδρος AfD
Η AfD μεταφέρει τη συζήτηση από τη γεωπολιτική στο κόστος
Το ισχυρότερο όπλο αυτής της επιχειρηματολογίας δεν βρίσκεται στη Μόσχα αλλά στα ίδια τα γερμανικά βιομηχανικά στοιχεία.
Η Destatis ανακοίνωσε τον Μάιο ότι η παραγωγή στους ενεργοβόρους βιομηχανικούς κλάδους της Γερμανίας μειώθηκε κατά 15,2% μεταξύ Φεβρουαρίου 2022 και Μαρτίου 2026. Στο ίδιο διάστημα οι συγκεκριμένοι κλάδοι έχασαν περίπου 53.200 εργαζομένους.
Η συνολική βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 9,5%, γεγονός που δείχνει ότι οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις αντιμετώπισαν δυσανάλογη πίεση.
Για την AfD, αυτοί οι αριθμοί αποτελούν κεντρικό επιχείρημα κατά της υφιστάμενης ενεργειακής στρατηγικής.
Στις 11 Σεπτεμβρίου η κοινοβουλευτική της ομάδα κατέθεσε πρόταση ζητώντας την άρση ενεργειακών κυρώσεων, εμπάργκο και άλλων περιορισμών σε περιπτώσεις όπου αυτοί επιβαρύνουν την ασφάλεια εφοδιασμού και την οικονομία.
Το κόμμα συνέδεσε ρητά το αίτημα με τις υψηλές τιμές ενέργειας, την πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και τις απώλειες θέσεων εργασίας.
Η λογική είναι ευθύγραμμη: εάν οι γερμανικές επιχειρήσεις πληρώνουν περισσότερο για φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια από τους βασικούς διεθνείς ανταγωνιστές τους, τότε η παραγωγή χημικών, μετάλλων, γυαλιού, λιπασμάτων και άλλων ενεργοβόρων προϊόντων καθίσταται δυσκολότερη στη Γερμανία.
Αυτό δεν αποτελεί αποκλειστικά κομματική παρατήρηση.
Η Bundesbank και το ifo Institute εξακολουθούν να καταγράφουν το υψηλό ενεργειακό κόστος ως πραγματική τροχοπέδη για τη γερμανική οικονομία.
Ταυτόχρονα, όμως, οι οικονομικές δυσκολίες δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Αδύναμη ζήτηση, διεθνής ανταγωνισμός, επιτόκια, διαρθρωτικά προβλήματα και οι νεότερες ενεργειακές αναταράξεις επιβαρύνουν επίσης τη γερμανική βιομηχανία.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η πραγματική πολιτική σύγκρουση.
Η AfD υποστηρίζει ότι η επαναφορά φθηνότερων ρωσικών ενεργειακών ροών θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της λύσης.
Η κυβέρνηση του Friedrich Merz και η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρούν αντίθετα ότι η επιστροφή σε μεγάλη εξάρτηση από τη Ρωσία θα δημιουργούσε μακροπρόθεσμο στρατηγικό κίνδυνο.

Από τα συνθήματα στις κοινοβουλευτικές κινήσεις
Η AfD δεν περιορίζει πλέον τη θέση αυτή σε προεκλογικές ομιλίες.
Στις 15 Σεπτεμβρίου κατέθεσε νέα κοινοβουλευτική ερώτηση ζητώντας από την κυβέρνηση να αποκαλύψει αναλυτικά τη στρατιωτική και άλλη υποστήριξη που παρασχέθηκε στην Ουκρανία και τη Μολδαβία από την 1η Ιανουαρίου 2022 έως τις 31 Ιουλίου 2026. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε ζητήσει στοιχεία για τις οικονομικές δεσμεύσεις προς την Ουκρανία έως το 2030.
Η αντίθεση της AfD στις γερμανικές παραδόσεις όπλων είναι επίσης επίσημα καταγεγραμμένη.
Σε κοινοβουλευτική πρόταση του κόμματος αναφερόταν ότι η οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία θα έπρεπε να σταματήσει ως μέσο πίεσης για την έναρξη διαπραγματεύσεων, με εξαίρεση την ανθρωπιστική βοήθεια.
Για τους επικριτές αυτής της πολιτικής, η διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας θα αποδυνάμωνε την Ουκρανία απέναντι στη Ρωσία και θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση του Vladimir Putin στις διαπραγματεύσεις.
Για την AfD, αντίθετα, η συνέχιση της χρηματοδότησης και των παραδόσεων όπλων παρατείνει μια σύγκρουση στην οποία η Γερμανία, κατά τη δική της θέση, θα έπρεπε να επιδιώκει ρόλο μεσολαβητή και όχι βασικού στρατιωτικού υποστηρικτή του Κιέβου.
Αυτή είναι πλέον μια πραγματική σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για το γερμανικό συμφέρον.

Το εμπόδιο των Βρυξελλών
Ακόμη και μια μελλοντική γερμανική κυβέρνηση που θα επιθυμούσε επαναφορά των μεγάλων εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου δεν θα μπορούσε απλώς να ανοίξει μια στρόφιγγα.
Στις 26 Ιανουαρίου 2026 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε οριστικά τον Κανονισμό 2026/261 για τη σταδιακή απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου.
Για τα μακροχρόνια συμβόλαια, το ρωσικό LNG απαγορεύεται από την 1η Ιανουαρίου 2027 και το αέριο μέσω αγωγών από τις 30 Σεπτεμβρίου 2027, με δυνατότητα μετάθεσης έως την 1η Νοεμβρίου υπό συγκεκριμένες συνθήκες αποθήκευσης.
Επομένως, οποιαδήποτε μόνιμη επιστροφή σε μεγάλης κλίμακας ρωσικές προμήθειες θα απαιτούσε πλέον πολιτική αλλαγή και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Αυτό καθιστά τη θέση της AfD πολύ περισσότερο από γερμανορωσικό ζήτημα.
Είναι ταυτόχρονα πρόταση αλλαγής της ενεργειακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το κόμμα διαθέτει ήδη σημαντικά κοινοβουλευτικά μέσα για να κρατά αυτή τη συζήτηση ανοικτή.
Στη Bundestag αριθμεί 150 από τους 630 βουλευτές.
Στην Επιτροπή Εξωτερικών έχει 10 από τις 42 θέσεις, έναντι 14 για CDU/CSU, οκτώ για SPD, έξι για τους Πράσινους και τέσσερις για Die Linke.
Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να καταθέτει ερωτήσεις, να απαιτεί κυβερνητικά στοιχεία, να προκαλεί κοινοβουλευτικές συζητήσεις και να χρησιμοποιεί τις επιτροπές για να διατηρεί θέματα όπως οι κυρώσεις, τον αγωγό Nord Stream, το ενεργειακό κόστος και η χρηματοδότηση της Ουκρανίας στο πολιτικό προσκήνιο.

Η επιστροφή στη Realpolitik
Στον πυρήνα της σημερινής συζήτησης βρίσκεται τελικά ένα ερώτημα πολύ μεγαλύτερο από την AfD: μπορεί η Γερμανία να επαναφέρει κάποια μορφή οικονομικού πραγματισμού στις σχέσεις με τη Ρωσία χωρίς να δημιουργήσει ξανά την ενεργειακή εξάρτηση που η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να τερματίσει;
Η προηγούμενη εποχή των γερμανορωσικών ενεργειακών σχέσεων πράγματι έδωσε στη γερμανική βιομηχανία πρόσβαση σε μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου μέσω αγωγών. Όμως η Bundesbank επισημαίνει ότι η Ρωσία είχε αρχίσει να περιορίζει τις προμήθειες προς την Ευρώπη ήδη από το 2021, πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, και θεωρεί ότι η ενέργεια χρησιμοποιήθηκε ως γεωπολιτικό μέσο πίεσης.
Γι' αυτό και η πρόταση της AfD δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο με βάση την τιμή του φυσικού αερίου.
Περιλαμβάνει έναν συμβιβασμό ανάμεσα στο άμεσο οικονομικό κόστος, στην ενεργειακή ασφάλεια και στη γεωπολιτική εξάρτηση.
Η πρόσφατη νίκη στη Σαξονία – Άνχαλτ δίνει πάντως σε αυτή τη γραμμή μεγαλύτερη πολιτική ισχύ από όση είχε πριν.
Δεν σημαίνει ότι η AfD βρίσκεται αυτομάτως κοντά στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Οι επόμενες τακτικές εκλογές για τη Bundestag πρέπει να πραγματοποιηθούν μεταξύ 26 Ιανουαρίου και 25 Μαρτίου 2029, εφόσον δεν υπάρξει πρόωρη προσφυγή στις κάλπες.
Σημαίνει όμως ότι ένα θέμα που επί χρόνια αντιμετωπιζόταν ως σχεδόν κλειστό επιστρέφει στην πολιτική ατζέντα: ποιο είναι τελικά το κόστος που η Γερμανία είναι διατεθειμένη να πληρώνει για τη ρήξη με τη Ρωσία;
Η AfD απαντά ότι η εξωτερική πολιτική πρέπει να ξεκινά από την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας, την ενεργειακή ασφάλεια και τον περιορισμό των οικονομικών και στρατιωτικών δεσμεύσεων στο εξωτερικό.
Οι αντίπαλοί της απαντούν ότι η ασφάλεια της Γερμανίας απαιτεί ακριβώς το αντίθετο: αποδέσμευση από τη ρωσική ενέργεια και συνέχιση της υποστήριξης προς την Ουκρανία.
Μετά τη Σαξονία - Άνχαλτ αυτή η διαφωνία δεν βρίσκεται πλέον στο περιθώριο της γερμανικής πολιτικής.
Βρίσκεται ολοένα περισσότερο στο κέντρο της.
Η 20ή Σεπτεμβρίου ως επόμενο πολιτικό τεστGermany, INSA poll:
— Europe Elects (@EuropeElects) September 16, 2026
Mecklenburg-Vorpommern regional election
AfD (ESN): 37% (+1)
SPD (S&D): 35% (+2)
LINKE (LEFT): 10% (-1)
CDU (EPP): 7%
GRÜNE (Greens/EFA): 5%
BSW (NI): 3% (-1)
+/- vs. 01-08 September 2026
Fieldwork: 08-15 September 2026
Sample size: 1,000
➤… pic.twitter.com/KLd5IYtwkN
Η επόμενη σημαντική δοκιμασία έρχεται ήδη στις 20 Σεπτεμβρίου, με τις εκλογές σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία.
Ιδιαίτερα στη δεύτερη περίπτωση, η AfD εισέρχεται στην τελική ευθεία με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά: η τελευταία δημοσκόπηση INSA, που δημοσιεύθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου, την τοποθετεί στο 37%, έναντι 35% του SPD, ενώ η CDU βρίσκεται στο 7%.
Η Infratest dimap είχε λίγες ημέρες νωρίτερα καταγράψει την AfD ακόμη υψηλότερα, στο 38%.
Πρόκειται για αισθητή άνοδο σε σχέση με το 16,7% που είχε λάβει εκεί το 2021.
Στο Βερολίνο η εικόνα είναι διαφορετική αλλά επίσης ενδεικτική της διεύρυνσης της εκλογικής βάσης του κόμματος.
Η τελευταία έρευνα της Infratest dimap έδινε στην AfD 18%, περίπου διπλάσιο από το 9,1% των επαναληπτικών εκλογών του 2023, πίσω από Die Linke και CDU αλλά μπροστά από το SPD.
Τα αποτελέσματα της 20ής Σεπτεμβρίου θα προσφέρουν επομένως ένα ακόμη μέτρο της εκλογικής δυναμικής της AfD μετά τη Σαξονία - Άνχαλτ.
Παράλληλα, θα δείξουν σε ποιο βαθμό ζητήματα όπως το ενεργειακό κόστος, η πολιτική απέναντι στη Ρωσία και την Ουκρανία και η δυσαρέσκεια απέναντι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση μεταφράζονται σε ψήφο σε διαφορετικές περιοχές της Γερμανίας. Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν την κατάσταση λίγες ημέρες πριν από την κάλπη και όχι βέβαια το τελικό αποτέλεσμα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών